Κακόπετρος

Ο Κακόπετρος δεν έλειψε από κανέναν απελευθερωτικό αγώνα του Έθνους και ο φόρος αίματος, που έχει πληρώσει είναι τεράστιος σε σύγκριση με τον πληθυσμό του.Στη μάχη του Δρομονέρου, το 1896, συμβάλλει αποφασιστικά στη νίκη των Χριστιανών κατά των Τούρκων με ομάδα του Δεσποτομανώλη που τραυματίστηκε θανάσιμα.Στο Μακεδονικό Αγώνα παίρνουν ενεργό μέρος τέσσερις Κακοπετριανοί, όπως και στους Βαλκανικούς πολέμους. Στη Μάχη της Γευγελής έπεσε ο Γεώργιος Σολανάκης.Στη Μικρασιατική εκστρατεία ο Κακόπετρος συμμετέχει με δώδεκα πολεμιστές, για να σφραγίσει κι εδώ τη συμβολή του με το θάνατο του Ιωάννη Γιακουμάκη.Και φτάνομε στο 1941, την κατάληψη της Κρήτης από τους Γερμανούς και την Αντίσταση

Κακόπετρος, 23 Μαΐου 1941

Στον Κακόπετρο

οι Γερμανοί δέχονται δεύτερο χτύπημα.

Είναι 23 Μαΐου 1941. Από τα γύρω υψώματα, που δεσπόζουν στο χωριό, χτυπιούνται ανελέητα, γιατί όσοι άντρες έχουν τουφέκια έχουν πιάσει τις κορφές, ενισχύοντας τις αντάρτικες ομάδες που περίμεναν τον εχθρό και όσοι είναι άοπλοι είναι κρυμμένοι σε κρύπτες που ο τόπος έχει άφθονες.

Και οι δαίμονες μη βρίσκοντας άντρες στο χωριό να ξεσπάσουν τη θηριωδία τους, ξεσπούν στις γυναίκες. Τρομαγμένες και πανικόβλητες βρίσκουν στο σπίτι τους την 70χρονη Αγγελική Λουφαρδάκη, την κόρη της Ελευθερία 37 χρόνων με το δίχρονο αγοράκι της, την άλλη κόρη της Ιωάννα 23 χρονών, την Αγγελική Κουριδάκη 90 χρονών, πεθερά της Ελευθερίας, και τις γειτόνισσες Κατίνα Ποντικάκη 45 χρονών και Κυριακή Μαλανδράκη 50 χρονών.

525101_3520595532553_1215366167_n  399134_3520585932313_1481600022_n

Και οι επτά γαζώνονται με ριπή πολυβόλου. Πέφτουν αιμόφυρτες οι πέντε και το μικρό αγόρι και ξεψυχούν σε λίγα λεπτά και μόνο η Μαλανδράκη τραυματισμένη σύρθηκε στο υπόγειο, που όμως της έμελλε να ζήσει ένα άλλο δράμα αργότερα το οποίο στη συνέχεια θα περιγράψουμε.

Αυτή είναι η πρώτη σπονδή αίματος του Κακόπετρου, που μακάρι να ήταν και η τελευταία.

΄Όταν πια εκόπασε η Μάχη της Κρήτης, η παραδοξότερη μάχη της Ιστορίας, όπως όλοι την ξέρουν, οι τύμβοι των λειψάνων της Κρήτης καταυγάσανε το θολωμένο ορίζοντα του Β΄ Παγκοσμίου Πολέμου.

Η Κρήτη, γι΄ άλλη μια φορά, έγινε το νησί του Μαρτυρίου. Ο Τύραννος νόμισε πως κατακτώντας το νησί, ξόφλησε τους λογαριασμούς του με τους Κρητικούς.

Δεν ελογάριασε όμως ο σφαγέας της Ευρώπης πως στα άγια τούτα χώματα υπάρχει άσβηστη η φλόγα της λευτεριάς που, αν και δε λαυρίζει ως τα ουράνια, ωστόσο καίει κρυμμένη στη χόβολή της.

Το αίμα των Κρητικών συνεχίζει να βράζει μέσα στις καρδιές τους. Οι ξένοι φίλοι μας νιώθουν το χόχλο και παίρνουν ζεστασιά κι΄ αυτοί από τη δική μας.

Γη και νερό ο Κρητικός δεν έδωσε ποτέ. Περνά στην αντίσταση με τα πενιχρά μέσα που διαθέτει και φέρνει τα πάνω κάτω στον κατακτητή.

Η Κρητική μαγκούρα γίνεται ρόπαλο Ηρακλή που σακατεύει και θρυψαλιάζει τα κόκαλα του Εχθρού.

Πληρώνει βέβαια ακριβά την αποκοτιά του με εκτελέσεις, εμπρησμούς, φυλακίσεις κι εξορίες σε στρατόπεδα συγκέντρωσης, μα, το θαύμα γίνεται ξανά στη δοξασμένη τούτη γη κι η λευτεριά, τανύζοντας τα φτερά της τα αιθέρια, κορμοζυγιάζεται και ψάχνει να βρει το θρόνο της στην κορυφή της Μαδάρας.

ΚΑΚΟΠΕΤΡΟΣ 1943


Μέσα σ΄ αυτό το κλίμα της εκδίκησης και της καταστροφής, στα 1943 ο Κακόπετρος πληρώνει πάλι με αίμα στο βωμό της θυσίας. Ένας μεθυσμένος Γερμανός στρατιώτης καταδιώκει πλανόδιο μικροπωλητή με τον οποίο είχε μια μικροπαρεξήγηση. Στο δρόμο του συναντά το Γιώργη Θεοδωράκη και την Κατίνα Θεοδωράκη, τους πυροβολεί και τους σκοτώνει χωρίς καμιά αιτία.

Τα γεγονότα στα Τσιχλιανά-Μαρτυρία

Στην απέναντι γειτονιά, στα Τσιχλιανά, συλλαμβάνεται ο Νικόλαος Τσιχλάκης και σέρνεται προς τα κάτω.

Εδώ όμως θα αφήσομε τον 90χρονο σήμερα μπάρμπα Τσιχλονικολή να μας αφηγηθεί τα γεγονότα της μέρας εκείνης, αφού και η μνήμη του είναι ραφιναρισμένη και όλες οι διανοητικές του λειτουργίες και οι σωματικές του δυνάμεις είναι αξιοθαύμαστες παρά τις εννιά δεκαετίες που έχει στην πλάτη του.

Λέει λοιπόν ο συνομιλητής μας:

«Με πιάσανε στην αυλή του σπιτιού. Φορούσα ένα ελαφρύ παλτό, γιατί είχε κρυγιάδα. Ο Γερμανός σαν αστακός οπλισμένος, μου πήρε από την τσέπη τα λεφτά μου, την ταυτότητα και μου ΄ βγαλε τη ζώνη, για να μου δέσει τα χέρια. Όμως η ζώνη δεν είχε τρύπες χαμηλά και δε βόλευε ι΄ αυτό που ήθελε.

Μ΄ έπιασε από τα μαλλιά, μου ακούμπησε το περίστροφο στο Γκαφά (σβέρκο) και μ΄ έσυρε πιο κάτω που είχαν τον ξάδελφό μου τον Τσιχλογιάννη με το γιο του Επιμενίδη. Μας έστησαν τον ένα δίπλα στον άλλο σε μικρή απόσταση.

Τότε άκουσα φωνές απέναντι στα Παπαδιανά. Όφου, Πολιό μου, όφου, Δημητράκη μου. Κατάλαβα πως οι γυναίκες μοιρολογούνταν τους συγγενείς μου Καρμπάδάκηδες.

Αμέσως ετοίμαζαν και τη δική μας εκτέλεση. Απέναντι από τον καθένα μας κι ένα πολυβόλο. Εθώρουνα τη μπούκα του όπλου που κρύα και παγωμένη έχασκε να με καταπιεί.

Το πόδια βιδώθηκαν στο χώμα και παρά το κρύο ο ιδρώτας μου ΄λουσε το κορμί.

Ευτυχώς που κράτησε λίγο, γιατί αλλιώς δε θα το ΄κανα αυτό, που και τώρα μου φαίνεται πως ήταν πάνω από τσοι δυνάμεις μου».

Στο σημείο αυτό ο συνομιλητής μας σταματά. Ανάβει τσιγάρο και ακολουθεί σιγή. Ρουφά μια βαθιά ρουφηξιά από το τσιγάρο του, βγάζει τον καπνό αργά αργά και τον παρακολουθεί, ώσπου εξαφανίζεται.

Αφήνει το βλέμμα του να χαθεί στο άπειρο και τη μνήμη του να αναμοχλεύει τις τρομερές εκείνες εμπειρίες που έζησε πριν πενήντα χρόνια.

Εμείς σεβόμαστε την ιερότητα της στιγμής, σιωπούμε και περιμένουμε. Πέρασε πάνω από ένα λεπτό. Ύστερα ζωηρεύει, χτυπά τη μαγκούρα του κάτω με δύναμη, το τόνος της φωνής του αγριεύει και μπροστά μας δεν έχομε πια το σεβάσμιο γέροντα των 90 χρόνων, μα τον πανύψηλο (1,95) σαραντάρη του 1944.

Αυτός που ζαναζεί τη στιγμή εκείνη που η αναπνιά είναι ρουφηχτή, ανακατωμένη με το άρωμα της λεβεντογέννας γης και με την άχνα του αιμάτου.

Αυτόν που οσμίζεται γύρω του σάρκα και αίμα ανθρώπινο και γίνεται θεριό. Αυτόν που την οριακή αυτή στιγμή νιώθει μέσα του μιαν ακατανίκητη δύναμη, που τον προτρέπει να πάρει τη μεγάλη απόφαση.

Ξαναχτυπά τη μαγκούρα του στο πάτωμα κι αρχίζει:

Μπροστά μου ήταν ένας δέτης. Βάζω όση δύναμη είχα και ορμώ προς τα κάτω. Το πήδημά μου ξεπέρασε τα επτά μέτρα. Έτσι αργότερα το μέτρησα. Το πολυβόλο τώρα κακαρίζει, μα εγώ είναι χαμηλότερα και δε με βρίσκει.

Όμως ένα άλλο, από απέναντι, διασταυρώνει τα πυρά του με το … «δικό μου».

Το έδαφος με διευκολύνει. Τα πηδήματα είναι το ένα μεγαλύτερο από το άλλο. Δέχομαι στο κορμί μια σφαίρα και στο παλτό μου, που ανέμιζε σαν αλεξίπτωτο, μετρήσαμε την άλλη μέρα με το γιατρό του ΕΛΑΣ Σταματάκη, που με περιέθαλψε, 26 τρύπες.

Ακούω φωνές Γερμανικές μα συνεχίζω ανάμεσα σε βράχους και θάμνους αγκαθωτούς. Τέλος τρυπώνω μέσα σ΄ ένα πυκνόφυλλο πλατανάκι, που στη ρίζα του είναι μια κολούμπα γεμάτη νερό.

Εδώ κουλουριάζομαι ο μισός μέσα στο νερό και ο άλλος μισός απ΄ έξω και είμαι βέβαιος πως δε φαίνομαι καθόλου. Όμως έχω ν΄ αντιμετωπίσω κάτι που δεν το υπολόγισα. Μπήκε στα ρουθούνια μου η κουμούρη(λεπτή ενοχλητική σκόνη) από τα πλατανόφυλλα κι αισθάνομαι την ανάγκη να φταρνιστώ. Κατάφερα όμως με δυσκολία να πνίξω το φτάρνισμα, γιατί δεξιά κι αριστερά περνοδιαβαίνουν και με ψάχνουν. Εκεί έμεινα ως τις 4 το απόγευμα. Όταν είδα τις κόρες του αδελφού μου να περνούν, τους είπα που είμαι και να πουν στη μάνα μου πως ζω.

Τώρα παίρνω την απόφαση να μετακινηθώ σε άλλη κρύπτη ασφαλέστερη (την ήξερα), απ΄ όπου υπολόγισα πως δεν θα περάσει κανείς. Με πολλή προφύλαξη σύρθηκα ως εκεί. Ήταν πράγματι ασφαλής η κρύπτη και η παραλλαγή τέλεια. Ακριβώς από πάνω ήταν ένα πέτρινο πλάτωμα. Σε μια στιγμή ακούω βήματα στο πλάτωμα και αμέσως ένα ζεστό υγρό με περιλούει. Ήταν ένας Γερμανός που με κατουρούσε, ενώ συγχρόνως αγνάντευε με τα κιάλια του τις απέναντι πλαγιές». Εδώ σταματά. Παίρνει βαθιά ανάσα. Ξανάρχεται στην όψη του η ηρεμία και λέει: «Τέτοιες στιγμές να μην τις ζει κανείς ποτέ, αν είναι και ο μεγαλύτερος μου ντουσουμάνης (εχθρός)».

Και το πανηγύρι του χάρου και του χαλασμού συνεχίζεται σ΄ όλο το χωριό.

Τίποτε δε σέβονται οι δαίμονες του φασισμού. Γέροι, νιοι και αμούστακα κοπέλια είναι στο στόχαστρο των όπλων τους. Μέσα σε λίγα δευτερόλεπτα ξεκληρίζουν την οικογένεια της Δεσποτοκωσταντίνας.

Τα τέσσερα βλαστάρια της, οι 19χρονοι Αναστάσης και Χαράλαμπος, ο 24χρονος Σπύρος και ο 27χρονος Μανώλης, σπαράζουν σαν κλωσόπουλα στα πόδια της και ξεψυχούν χωρίς να τις επιτρέψουν να πλύνει τις πληγές τους.

74735_3520602692732_499097382_n

Και γι΄ αυτήν δε μένει τίποτε άλλο παρά σαν τη μυθική Νιόβη να προλάβει να θάψει τα παιδιά της, που δεν τα τόξεψε ο Απόλλωνας , μα αυτοί που ευαγγελίζονταν πως είναι εκπρόσωποι της «Αρίας φυλής» πάνω στη γη.

Ο σπαραγμός και τα ξεφωνητά της προδίδουν τη συμφορά της, μα κανείς δεν τρέχει στο σπίτι της, γιατί κάθε σπίτι έχει το δικό του πόνο, τους δικούς του νεκρούς.

Πρέπει μόνη της σαν άλλη Σουλιώτισσα, όλα να τα κάμει. Βγάζει την πόρτα του σπιτιού της, τη δένει στην άκρη με σχοινί, περνά το σχοινί στον ώμο της κι έναν έναν τους σέρνει στο νεκροταφείο. Και οι αποτρόπαιες πράξεις συνεχίζονται.

Λίγο πιο πέρα, στο σπίτι της Μαλαντρίνας, ένα άλλο δράμα εκτυλίσσεται. Είναι αυτή που στην αρχή αναφέραμε πως γλίτωσε τραυματισμένη το Μάη του 1941, για να ζήσει την εκτέλεση δύο παιδιών της, του 21χρονου Αναστάση και του 19χρονου Μιχάλη, μπροστά στα μάτια της.

292615_3520608332873_306074136_n

Εδώ πρέπει να αναφέρομε το μέγεθος της βαρβαρότητας του δημίου τους. Ο Αναστάσης τραυματισμένος στην κοιλιά, κρατά με τα χέρια του τα σπλάχνα του και τρέχει στη μάνα του. Ο δολοφόνος του τον ακολουθεί και θέλει να αποτυπώσει τη σκηνή με τη φωτογραφική του μηχανή, για να την έχει ενθύμιο!!!

Φωτογραφίζει το παλικάρι που ξεψυχά και, με το περίστροφο, του δίνει τη χαριστική βολή μπροστά στη μάνα του, που οι οιμωγές της δε συγκινούν το κτήνος.

Απέναντι, στην άλλη γειτονιά, μια άλλη χαροκαμένη μάνα, σαν αρχαία Σπαρτιάτισσα, φέρνει στους ώμους της, με βουβό πόνο, το βάρος του χαμού των παιδιών της, ενώ συγχρόνως δίνει κουράγιο στις άλλες πικραμένες μάνες, συζύγους κι αδελφές την ώρα της μεγάλης συμφοράς.

Αυτή δεν είναι άλλη από την άλλοτε πανέμορφη και λυγερόκορμη Κρητικοπούλα από την αρχοντογέννα των Ρενιέρηδων, που, όταν το 1898 ο πρίγκιπας Γεώργιος σαν Αρμοστής της Κρήτης περνούσε για την Κάντανο, έσυρε πρώτη το χορό στην υποδοχή, την ώρα που άσταφτε και εβρόντα το τουφέκι για την αυτονομία της Κρήτης.

Αυτή λοιπόν η ηρωίδα, που την ώρα τούτη του χαλασμού έχει στη ράχη της 45 ακόμη χρόνια από τότε, είναι και τώρα στο επίκεντρο των γεγονότων.

Ο πρωτογιός της έχει φύγει χρόνια για την ξενιτιά και δεν τον έχει ξαναδεί. Ο Στέλιος της, ο ηρωικός λοχίας που στη μάχη της Κλεισούρας στις 30 Ιανουαρίου 1941 επικεφαλής διμοιρίας κατέλαβε το ύψωμα 1520, σκοτώθηκε όταν σε4 λίγο ο εχθρός επιχείρησε ανακατάληψη του υψώματος και έμεινε εκεί, ακοίμητος φρουρός των Εθνικών μας δικαίων στη Β. Ήπειρο.

Ο Λευτέρης της είναι από αυτούς που είχαν συλληφθεί στο μπλόκο των Βουκολιών κι είναι κλεισμένος στο κολαστήρι της Αγιάς, υπομένοντας τα πάνδεινα, εκεί που ο φασισμός εκμηδένιζε κάθε έννοια ανθρώπινης αντοχής κι αξιοπρέπειας.

Στο χωριό έχει μόνο το νιόπαντρο Μιχάλη, αποκούμπι και παρηγοριά. Κι όταν ο θόρυβος των πολυβόλων εκόπασε κι άρχισε η καταμέτρηση των θυμάτων της Ναζιστικής θηριωδίας, ο Μιχάλης δεν είναι ούτε στους σκοτωμένους ούτε στους ζωντανούς. Αμέσως άρχισε να ψάχνει παντού, στις ρεματιές και στα υψώματα , στα ξέφωτα και στις λόχμες, φωνάζοντας τον και καλώντας τον. Όμως ανελέητα ο αντίλαλος γύρισε στ΄ αυτιά της την ίδια τη φωνή της, από τις κακοτράχαλες ράχες και τα σκίσματα. Κι αυτή επέμενε. Μιχάλη!! Εφύγανε παιδί μου!! Και μόνο τη δέκατη από την αποφράδα μέρα, όταν τα όρνια συναγωνίζονταν ποιο θα πρωτοπέσει σε μια συστάδα θάμνων σ΄ απόκρημνη πλαγιά, την καθοδήγησαν που θα τον βρει. Κι εκεί τον βρήκε. Αγνώριστο, φριχτά ακρωτηριασμένο, γιατί του βρήκαν το γερμανικό μαντίλι που είχε μαζί του, λάφυρο κι ενθύμιο από τη μάχη στον Άναβο που είχε πάρει μέρος. Τον μάζεψε , τον έλουσε με τα δάκρυά της, τον σκέπασε με λουλούδια αγράμπελης και πράσινα κλαδιά κουμαριάς και τον κατέβασε στο νεκροταφείο.

Κι έπρεπε ο νους της να σαλέψει. Όμως αυτό δεν έγινε. Έζησε σε βαθιά γεράματα. Κι όταν το 1967 πέθανε σε ηλικία 89 χρονών, είχε τα λογικά της, τη μνήμη της για όλους μας. Και μετά ετεροχρονισμένα, ίσως, γεγονότα που παραπάνω περιγράψαμε, επανερχόμαστε στο μακελειό της αποφράδας εκείνης μέρας.

Η σφαγή συνεχίστηκε ως τις βραδινές ώρες και το αίμα έτρεξε ποτάμι. Σαν εσκοτείνιασε, το πελώριο φαρμακερό φίδι που είχε σφίξει όλη μέρα το χωριό, χαλάρωσε το σφίξιμο σαν δεν εύρισκε άλλα κορμιά να χύσει όσο φαρμάκι ακόμη του ΄μενε κι έφυγε παίρνοντας μαζί του το φόβο και το θάνατο.

26 νεκροί της Παναγιάς των Ούννων τη μέρα εκείνη. Τα ονόματά τους είναι χαραγμένα στις μαρμάρινες πλάκες εντοιχισμένες σε μνημείο περίτεχνο στην κεντρική πλατεία του χωριού, για να θυμίζει στους περαστικούς πως μοναδική αιτία για το θάνατό τους ήταν η αποκοτιά τους να υπερασπιστούν το ιερότερο αγαθό για κάθε άνθρωπο όπου γης, τη Λευτεριά. Κι ακόμη για να υπενθυμίζει στις επερχόμενες γενιές τους στίχους του μεγάλου μας ποιητή πως: «η Λευτεριά στα Έθνη δεν μετριέται με το στρέμμα, με της καρδιάς το πύρωμα μετριέται και με το αίμα».

577446_3520840018665_1302366936_n

Θεώρησα χρέος μου, αγαπητέ αναγνώστη, να βάλω σε σειρά και τάξη μνήμες και θύμησες και άλλων, μα και δικές μου, και να περιγράψω τα γεγονότα της εποχής εκείνης, γιατί με τον Κακόπετρο έχω στενό συγγενικό δεσμό κι ας θεωρηθεί αυτή μου η προσφορά ευλαβικό μνημόσυνο στις ψυχές αυτών που άδικα χάθηκαν και μια ιερή παρακαταθήκη, που έχουμε υποχρέωση να την κληροδοτούμε από πατέρα σε παιδί κι από παππού σ΄ εγγόνι.

Τέλος, ως πολίτης των Χανίων, προτείνω στο Δήμο Χανίων, με ευθύνη του οποίου εκδίδεται κάθε χρόνο η παρούσα έκδοση στην επέτειο της μάχης της Κρήτης, να δώσει το όνομα ενός δρόμου της πόλης στον Κακόπετρο, όπως έχει κάμει για άλλα χωριά με ανθρωποθυσίες την ίδια εποχή, όπως ο Μαλαθύρος, η Κάντανος, το Κουστογέρακο, ο Γαλατάς, το Μάλεμε κ.α.

ΚΑΚΟΠΕΤΡΟΣ 1944 

Τα τραγικά γεγονότα του 1944, Παραμονή της Παναγίας, 14 Αυγούστου. Στις Βουκολιές γίνεται το καθιερωμένο παζάρι, όπου οι κάτοικοι της γύρω περιοχής προμηθεύονται ή εμπορεύονται τα λιγοστά προϊόντα, όσα δηλαδή τους άφησαν οι άρπαγες του μόχθου τους.

Τη μέρα αυτή γίνεται μπλόκο και συλλαμβάνονται πολλοί. Ανάμεσά τους και εννιά Κακοπετριανοί που οδηγούνται στο κολαστήρι της Αγιάς, όπου επί 45 μέρες και νύχτες περνούν στιγμές τρόμου, φρίκης και αγωνίας.

Οι κατακτητές όμως δεν θεώρησαν πως ξόφλησαν τους λογαριασμούς τους με την περιοχή και τους κατοίκους της. Τα δύο αγγλικά φυλάκια στον Άναβο και στην Καλή Αχλάδα με τους ασυρμάτους, τους Άγγλους και τους αντάρτες, τους ενοχλούν. Εξ΄ αιτίας τους συνεχίζουν τις συλλήψεις, τους εμπρησμούς, τα μαρτύρια.

Η εκδικητική τους μανία αποκορυφώνεται μετά το χτύπημα που δέχεται η φάλαγγά τους στον Άναβο στις 4 Αυγούστου 1944 από αντάρτες του ΕΛΑΣ, όπου σκοτώνονται έξι(6) Γερμανοί στρατιώτες και πυρπολούνται επτά αυτοκίνητα.

Στη μάχη αυτή παίρνουν μέρος και πατριώτες από τον Κακόπετρο. Οι κατακτητές έχουν γι΄ αυτό θετικές πληροφορίες, γιατί κι εδώ δεν έλειψαν οι αργυρώνητοι αρνησιπάτριδες.

Έτσι φτάνομε στην αποφράδα μέρα της 28ης Αυγούστου 1944.Ο καιρός είναι κρύος και βροχερός , ασυνήθιστος για την εποχή.

Αρχίζει να χαράζει, όταν θόρυβοι από τροχοφόρα, ποδοβολητό στα πέτρινα σοκάκια και σποραδικοί πυροβολισμοί ταράζουν τη σιγαλιά της νύχτας.

Κανείς δεν αμφιβάλλει πως αυτό που περίμεναν έφταξε και καθένας πρέπει να πάρει τις αποφάσεις του.

Στη στροφή του δρόμου πάνω από το σχολείο, ένα φορτηγό αυτοκίνητο προερχόμενο από την Παλαιοχώρα είναι γεμάτο επιβάτες με προορισμό τα Χανιά. Ο οδηγός υποχρεώνεται να σταματήσει και όλοι οι επιβάτες να κατέβουν, αφήνοντας τις αποσκευές τους στο αυτοκίνητο.

Επιβάτες και αποσκευές ελέγχονται εξονυχιστικά. Σ΄ ένα σακίδιο βρίσκουν λίρες Αγγλίας και έγγραφα της Αγγλικής αντικατασκοπείας. Αμέσως τα πολυβόλα στήνονται και τους λένε πως, αν δεν παρουσιαστεί ο κάτοχος του σακιδίου, θα εκτελεστούν επί τόπου όλοι. Τότε, ένα 24χρονο παλικάρι, ο Νικόλαος Γερωνυμάκης, από την γειτονική Γρα Κερά, πράκτορας της αγγλικής κατασκοπείας, με το κεφάλι ψηλά, βγαίνει δύο βήματα μπροστά και, με φωνή στεντόρεια σα να μιλούσε η Κρήτη ολόκληρη, φώναξε: «Δικό μου είναι το σακίδιο». Από τη στιγμή αυτή, αρχίζει το μαρτύριο του ήρωα που ευτυχώς δεν κράτησε πολύ.

Με σχοινιά δένεται στο άγκιστρο ενός τζιπ που με ταχύτητα τον σέρνει στο σκυροστρωμένο δρόμο, μπροστά στα έντρομα μάτια των συνεπιβατών του κι οι κοφτερές πέτρες του κρεουργούν το νεανικό κορμί του.

Μισοπεθαμένο, με θρυμματισμένα τα κόκαλα, χωρίς να γογγύζει ή να εκλιπαρεί, τον λύνουν από το αυτοκίνητο, του δένουν με σύρμα το δεξί χέρι με το αριστερό πόδι και τον κρεμούν σε μια αγριοαχλαδιά και με λογχισμούς τον αποτελειώνουν.

Στο σημείο αυτό, μετά την απελευθέρωση, η Εθνική Αντίσταση, έστησε μνημείο απέριττο, για να τιμήσει το εκλεκτό μέλος της.

576333_3520839018640_1041408515_n

Η μέρα έχει πια σηκώσει, οι πυροβολισμοί πυκνώνουν κι ο πέπλος του θανάτου έχει σκεπάσει όλο το χωριό.

Από το κείμενο του Αλέκου Μιχ. Θεοδωρογλάκη, Περιοδικό «Ελλωτία» Δήμου Χανίων, Χανιά 1994

 

Categories: Iστορικα

One Response so far.

  1. Ο/Η ΣΤΥΛΙΑΝΟΣ λέει:

    ΚΑΛΗΜΕΡΑ!

Leave a Reply